Βρείτε με στο Facebook. https://www.facebook.com/pages/Sweet-Heart/173917182685815
«Λίγοι άνθρωποι το έχουν στη φύση τους αυτό, να τιμούν χωρίς φθόνο τον ευτυχισμένο φίλο τους.» ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011
Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011
So this is Christmas!
So this is christmas
And what have you done
Another year over
And a new one just begun
And so this is christmas
I hope you have fun
The near and the dear ones
The old and the young a very merry christmas
And a happy new year
Let's hope it's a good one
Without any fear and so this is christmas
For weak and for strong
For rich and the poor ones
The war is so long
And so happy christmas
For black and for white
For yellow and red ones
Let's stop all the fight a very merry christmas
And a happy new year
Let's hope it's a good one
Without any fear and so this is christmas
And what have we done
Another year over
And a new one just begun
And so happy christmas
I hope you have fun
The near and the dear ones
The old and the young a very merry christmas
And a happy new year
Let's hope it's a good one
Without any fear and so this is christmas
And what have we done
Another year over
And a new one just begun.
singer-songwriter John Lennon WITH Yoko Ono
Celine Dion
And what have you done
Another year over
And a new one just begun
And so this is christmas
I hope you have fun
The near and the dear ones
The old and the young a very merry christmas
And a happy new year
Let's hope it's a good one
Without any fear and so this is christmas
For weak and for strong
For rich and the poor ones
The war is so long
And so happy christmas
For black and for white
For yellow and red ones
Let's stop all the fight a very merry christmas
And a happy new year
Let's hope it's a good one
Without any fear and so this is christmas
And what have we done
Another year over
And a new one just begun
And so happy christmas
I hope you have fun
The near and the dear ones
The old and the young a very merry christmas
And a happy new year
Let's hope it's a good one
Without any fear and so this is christmas
And what have we done
Another year over
And a new one just begun.
singer-songwriter John Lennon WITH Yoko Ono
Celine Dion
Χριστούγεννα!!!
Χιόνι, κάρτες, κεριά, δώρα, στολισμένα δέντρα... Όλα αυτά οδηγούν το μυαλό όλων μας χωρίς αμφιβολίες και περιστροφές στα Χριστούγεννα. Σκεφτήκατε όμως ποτέ τι σχέση έχουν τα κεριά με τα Χριστούγεννα και γιατί κάθε χρόνο στολίζουμε ένα δέντρο και ευχόμαστε να χιονίσει;
Στην Βίβλο δεν γίνεται καμία αναφορά ότι υπήρχε χιόνι την νύχτα που γεννήθηκε ο Χριστός και όμως, κάθε χρόνο η ελπίδα πως θα ζήσουμε "λευκά Χριστούγεννα" επανέρχεται! Από που μας ήρθε τελοσπάντων αυτή η τρελή ιδέα πως τα Χριστούγεννα πρέπει να είναι λευκά για να είναι τέλεια; (Γιατί όχι πράσινα; Ή μπλε;)
Το πιο πιθανό είναι η ιδέα αυτή να μεταδόθηκε γύρω στο 1843 όταν ο Άγγλος συγγραφέας Τσαρλς Ντίκενς έγραψε την ίσως πιο διάσημη χριστουγεννιάτικη ιστορία για ένα πάμπλουτο, μα πολύ τσιγκούνη επιχειρηματία και εχθρό των Χριστουγέννων, τον Εμπενίζερ Σκρουτζ.
Την παραμονή των Χριστουγέννων επισκέπτονται τον Σκρουτζ τρία πνεύματα, το πνεύμα των περασμένων, το πνεύμα των παρόντων και αυτό των μελλοντικών Χριστουγέννων. Τα πνεύματα του δείχνουν πως το να έχει φίλους είναι πολύ σημαντικότερο από το να αποκτήσει όλο και περισσότερα χρήματα. Μετά από αυτή την επίσκεψη ο Σκρουτζ αλλάζει εντελώς και δωρίζει πολλά χρήματα και δώρα σε γνωστούς και άγνωστους!
Την εποχή που έγραψε ο Ντίκενς την ιστορία του επικρατούσε στην Αγγλία ένας παγετώνας, η Αγγλία ήταν λοιπόν για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα καταχιονισμένη, όπως και το σενάριο του Ντίκενς!Όταν λοιπόν οι άνθρωποι στα επόμενα χρόνια διηγούνταν αυτή την ιστορία, είχαν πάντα στο μυαλό ότι συνέβηκε τα Χριστούγεννα και μάλιστα σε κατάλευκο τοπίο, γι' αυτό ίσως να επικράτησε η άποψη πως το χιόνι είναι απαραίτητο για ωραία Χριστούγεννα.
Οι χιονάνθρωποι στις χριστουγεννιάτικες κάρτες... είναι απλώς το αποδεικτικό στοιχείο πως θέλουμε τα Χριστούγεννα να είναι λευκά!
Τώρα που μιλάμε για κάρτες... Αυτό το έθιμο να μπλοκάρουμε τις ταχυδρομικές υπηρεσίες ανά το παγκόσμιο στέλνοντας τόνους και τόνους χριστουγεννιάτικες κάρτες στους φίλους και γνωστούς μας κάθε Χριστούγεννα, από που μας ήρθε;
Την ιδέα της χριστουγεννιάτικης κάρτας λέγεται πως είχε ένας Άγγλος δημόσιος υπάλληλος ο οποίος φιλοτέχνησε την πρώτη με ένα φίλο του καλλιτέχνη το 1840.
Την χρονιά αυτή άνοιξε το πρώτο δημόσιο ταχυδρομείο στην Αγγλία μιας και είχαν αρχίσει να φτιάχνονται σιδηρόδρομοι οπότε τα γράμματα και οι κάρτες μπορούσαν να μετακινηθούν πολύ πιο γρήγορα και προ πάντων φτηνά, έτσι ώστε να μπορούν και οι φτωχοί να στέλνουν κάρτες.
Οι εικόνες και τα μοτίβα στις κάρτες, πολλά και διάφορα! Αρχικά διακοσμούσαν τις κάρτες κυρίως η γέννηση του Χριστού αλλά και διάφορα χιονισμένα τοπία, αργότερα γύρω στο 1910-1920 άρχισαν οι κάρτες να αποκτούν κορδέλες και άλλα στολίδια. Σήμερα μπορεί κανείς να βρει κάρτες με την εικόνα της γέννησης του Χριστού, με ευχές σε όλες τις γλώσσες, ακόμη και με ανέκδοτα!
Ευχές! Το αναπόσπαστο μέρος της κάθε κάρτας! Πιο κάτω θα βρείτε την πιο χαρακτηριστική χριστουγεννιάτικη ευχή κάποιων χωρών και γλωσσών.
Ισπανικά: Feliz Navidad
Ρώσικα: ’S Rozhdestvom khristovym
Ιαπωνικά: Meri Kurisumasu
Γαλλικά: Joyeux Nol
Γερμανικά: Frohes Weihnachtsfest
Τσέχικα: Prejeme Vam Vesele Vanoce
Πορτογαλικά: Feliz Natal
Ινδικά: Shub Naya Baras
Το στόλισμα ενός δέντρου είναι ένα ακόμη από τα μυστήρια των Χριστουγέννων. Από που λέτε να ξεφύτρωσε;Οι παγανιστές (φυσιολάτρες, είχαν σαν θρησκεία την λατρεία προς τη μητέρα φύση) στην Ευρώπη χρησιμοποιούσαν πάντοτε κατά τους χειμερινούς μήνες σαν διακόσμηση στα σπίτια τους κλαδιά από δέντρα για να τους θυμίζουν την άνοιξη που πρόκειται να έρθει.
Οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν κλαδιά για διακόσμηση των ναών τους κατά την γιορτή "Σατουρνάλια" και οι Χριστιανοί σαν σημάδι της αιώνιας ζωής με το Θεό.
Το πιο πιθανό είναι το πρώτο χριστουγεννιάτικο δέντρο να υπήρξε στην Γερμανία, πριν περίπου 1000 χρόνια. Ένας Άγγλος ιερέας επισκέφτηκε μια παγανιστική φυλή στην Γερμανία για να κηρύξει τον Χριστιανισμό, κι όταν είδε πως ετοιμάζονταν να θυσιάσουν ένα μικρό αγόρι σαν δείγμα λατρείας σε μια βαλανιδιά, ξερίζωσε από θυμό το ιερό δέντρο.
Εκεί που ξερίζωσε την βαλανιδιά φύτρωσε ένα έλατο, πράγμα που ο ιερέας εξέλαβε σαν σημάδι της Χριστιανικής πίστης και οι ακόλουθοι του το στόλισαν με κεριά για να μπορεί να κηρύσσει στους παγανιστές και την νύχτα!
Μια άλλη εκδοχή είναι πως τα χριστουγεννιάτικα δέντρα ξεκίνησαν σαν τα δέντρα που παρίσταναν τον κήπο της Εδέμ στα θέατρα που γίνονταν κατά τον Μεσαίωνα για να μαθαίνουν τις ιστορίες της Βίβλου οι αγράμματοι.
Ο μύθος για το πώς ξεκίνησαν οι άνθρωποι να βάζουν τα δέντρα στα σπίτια τους προέρχεται από την Γερμανία. Σύμφωνα με αυτόν μια οικογένεια δέχτηκε τη παραμονή των Χριστουγέννων ένα μικρό ταλαιπωρημένο αγόρι στο σπίτι της και το επόμενο πρωί το αγόρι είχε μεταμορφωθεί στον μικρό Χριστό ο οποίος πρόσφερε στην οικογένεια σαν δώρο ένα κλαδί έλατου. Τώρα, αν ψέματα ή αλήθεια... άγνωστο!
Αρχικά τα έλατα διακοσμούνταν με ειδικά χριστουγεννιάτικα μπισκότα και κεριά που συμβόλιζαν τα αστέρια. Επειδή όμως τα κεριά ήταν πολύ επικίνδυνα, ο Αμερικάνος Μόρις εφηύρε το 1895 τα ηλεκτρικά φωτάκια που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα.
Εκτός από έλατα χρησιμοποιούνται σε διάφορες χώρες και άλλα δέντρα, όπως για παράδειγμα τα δέντρα μπανάνας και μάνγκο στην Ινδία!
Φτάσαμε στο τελευταίο και ίσως πιο κρίσιμο σημείο των Χριστουγέννων: τα δώρα!
Η ιδέα του να χαρίζουμε διάφορα πράγματα στα αγαπημένα μας πρόσωπα προήλθε από τα δώρα που έκαναν οι τρεις μάγοι στον μικρό Χριστό.
Το Λιβάνι ήταν ένα άρωμα που χρησιμοποιούσαν οι Ιουδαίοι και σαν δώρο συμβόλιζε πως ο Χριστός θα γινόταν αγαπητός.
Το χρυσάφι ήταν το αγαθό των Βασιλιάδων, πράγμα που συμβόλιζε την ιδιότητα ως Βασιλιά που έχει ο Χριστός για τους Χριστιανούς.
Η Σμύρνα ήταν άρωμα που τοποθετούσαν στους νεκρούς για να μυρίζουν ωραία, πράγμα που συμβόλιζε πως ο Χριστός θα υπέφερε και θα πέθαινε.
Τα Χριστούγεννα είναι για τους Χριστιανούς το μεγάλο δώρο που έκανε ο Θεός στην ανθρωπότητα. Έτσι και σήμερα, οι άνθρωποι κάνουν δώρα στα αγαπητά τους πρόσωπα σαν σύμβολο αγάπης.
Με αυτές τις λίγες πληροφορίες για την μεγάλη γιορτή των Χριστουγέννων μπορείτε όχι μόνο να γιορτάσετε αλλά και να εκπλήξετε τους φίλους σας με τις γνώσεις σας!
Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011
Πέρασαν κιόλας τέσσερις χειμώνες …
Πέρασαν κιόλας τέσσερις χειμώνες …Πως ξεχαστήκαμε μονάχοι εδώ πέρα… Οι αναμνήσεις κατακλύζουν το μυαλό. Άλλο ένα σενάριο που γράφει η ζωή, καλύτερα από την πένα κάθε έμπειρου συγγραφέα. Άλλο ένα σενάριο που έγραψε τη δική του ιστορία στο παρελθόν και στις καρδιές μας. Λίγα λόγια , λίγη σιωπή γλυκιά μελωδία στ αυτιά μου κι ύστερα δάκρυα.. Ακόμη σιγοτραγουδώ κάποιες λέξεις μια μεθυστική κατάνυξη ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Ένα βραδινό που μας πήρε το ξημέρωμα.. Ένα μεσημέρι που αργήσαμε να ξυπνήσουμε για πρωί ,ένα αστικό που χάσαμε για τη σχολή ,ένα απαίσιο φαγητό στη λέσχη ένα μυστικό που διστάσαμε να πούμε η μια στην άλλη , ένα απόγευμα στα berska .Με λίγα λόγια ευτυχία, ακόμα αναπολώ την ευλογία εκείνων των στιγμών της ζωής που έρχονται για να φωτίσουν τα μονοπάτια της ζωή μας.
Μάρα
Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011
Πάω να βρω τον εαυτό μου!
Κοιτάμε κάποιον και η καρδιά μας σταματάει φτερουγίζει!
Θα γίνει μέρος της ζωής μας ...
Τον θέλουμε τον λαχταράμε... Δεν ξέρουμε ποιος είναι
τί είναι που πάει... Το μόνο που ξέρουμε είναι οτι η καρδιά μας σπαρταράει.
Κάνουμε τα πάντα για ένα βλέμα για ένα άγγιγμα....
Θα γίνω αυτό που θέλει αρκεί να τον κερδίσω...
Θα πορεύομαι με τα θέλω του, με τις επιθυμίες του...
Μας ερωτευεται.... Ερωτευεται αυτό που βλέπει... το υποτιθέμενο άλλο του μισό!
Αγάπη το θεωρεί.... Δυστύχως δεν είναι αγάπη... Αγάπη με υποκρισία δεν ταιριάζει..
Ερωτας παρασυρόμενος είναι... Με τον καιρό φένεται...
Χάνεται ο εαυτός μας.... Ξεχνάμε τα θέλω μας, τα πιστέύω μας, τις αξίες μας
για να είναι καλά αυτός....
Πεθαίνουμε καποιες φορές μέρα με τη μέρα!!
Γινόμαστε αυτό που νομίζουμε οτι θα τον κάνει να μας αγαπήσει...
Το άλλο το ξένο.... που ποτέ όμως δε θα γίνουμε....
Και κάποια μέρα ξυπνάμε και λέμε τι κάνω με τη ζωή μου που πάω!!
Τι έχω γίνει!! Ποια είμαι!! Φεύγω... είναι η λέξη που μας έρχεται στο μυαλό,
Έκανα λάθος, δεν είναι αυτό που επιθυμώ, αυτό που μου ταιριάζει...
Δεν είναι σχέση συνεργασίας... είναι σχέση εξάρτησης..
Φεύγω πάω να ζήσω... Έγινα κάτι που δεν είμαι... και ηρθε η ώρα που το ανακάλυψα..
Πάω να βρώ τον εαυτό μου.....
Η ΝΥΧΤΑ ΜΟΥ ΤΑΖΕΙ ΜΥΣΤΙΚΑ .
Είναι ώρες που θέλεις να χαθείς μέσα στο σκοτάδι της νύχτας θέλεις να περπατήσεις στα σκοτεινά μοναχικά του μονοπάτια διχως ίχνος φόβου σπρώχνοντας την καρδιά σου μακριά εκεί που δε θα φτάνει κανείς. Να περιπλανηθείς ώρες ατελείωτες μόνος δίχως ίχνος φόβου να νιώσεις το σκοτάδι της νύχτας ν ανατριχιάζει όλο σου το κορμί νιώθοντας να σε οδηγεί η νύχτα σ ένα μυστικό μονοπάτι κι ανεξήγητο. .Μυστήριο απλώνεται παντού κι εσύ περπατάς στις μύτες των ποδιών σου βλέποντας τις σκιές των δέντρων συνεχίζεις να περπατάς σπρώχνοντας κλαδιά που πέφτουν για να σου κλείσουν το δρόμο .
Εχεις μπει κιόλας σένα σκοτεινό μονοπάτι ο δρόμος μακρύς και να γυρίσεις πίσω δεν μπορείς κι όλο περπατάς δίχως ίχνος φόβου μόνο έχοντας την αγωνία ζώντας το μυστήριο που κρύβει η νύχτα ένα μυστήριο σκοτεινό και ανεξήγητο. ντύνεσαι το μανδύα της νύχτας συνηγορείς μαζί της προσπαθώντας να την ανακαλύψεις, Βιάζεσαι επιταχύνεις το βήμα σου.
Η νύχτα δε σου αντιστέκεται απόψε ,αυτό το μυστήριο βράδυ σ προκαλεί να την ανακαλύψεις σου τάζει αιώνια ανεξήγητα μυστικά κι εσύ περπατάς απτόητος στο δρόμο σου κλαδιά, κλαδιά παντού ,απλά τα παραμερίζεις τίποτα δε μπορεί να σου κόψει το δρόμο απόψε .ούτε μπορεί να σε αποσπάσει αναπόσπαστος πατάς γέρα στα πόδια σου μα η νύχτα σ έχει ξελογιάσει σου τάζει μυστικά της νύχτας οδηγεί το μυαλό σου. το είναι σου ξαφνικά έχει γίνει μια άμορφη μάζα μπροστά στην κυριότητα της νύχτας. τι μυστήριο βράδυ!
Εχεις μπει κιόλας σένα σκοτεινό μονοπάτι ο δρόμος μακρύς και να γυρίσεις πίσω δεν μπορείς κι όλο περπατάς δίχως ίχνος φόβου μόνο έχοντας την αγωνία ζώντας το μυστήριο που κρύβει η νύχτα ένα μυστήριο σκοτεινό και ανεξήγητο. ντύνεσαι το μανδύα της νύχτας συνηγορείς μαζί της προσπαθώντας να την ανακαλύψεις, Βιάζεσαι επιταχύνεις το βήμα σου.
Η νύχτα δε σου αντιστέκεται απόψε ,αυτό το μυστήριο βράδυ σ προκαλεί να την ανακαλύψεις σου τάζει αιώνια ανεξήγητα μυστικά κι εσύ περπατάς απτόητος στο δρόμο σου κλαδιά, κλαδιά παντού ,απλά τα παραμερίζεις τίποτα δε μπορεί να σου κόψει το δρόμο απόψε .ούτε μπορεί να σε αποσπάσει αναπόσπαστος πατάς γέρα στα πόδια σου μα η νύχτα σ έχει ξελογιάσει σου τάζει μυστικά της νύχτας οδηγεί το μυαλό σου. το είναι σου ξαφνικά έχει γίνει μια άμορφη μάζα μπροστά στην κυριότητα της νύχτας. τι μυστήριο βράδυ!
Μάρα
Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011
Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011
Το Μονόγραμμα- Οδυσσέας Ελύτης
Θα πενθώ πάντα -μ' ακούς;
για σένα, μόνος, στον Παράδεισο
Ι
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
II
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια,
Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά,
οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά.
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική
τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
που γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο.
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες.
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
τους καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ.
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά.
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.
III
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
να μπαίνω σαν Πανσέληνος
από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια.
Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε.
Ακουστά σ' έχουν τα κύματα,
πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε».
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο.
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά.
Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο.
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά.
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά.
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει.
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο,
τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά.
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική,
καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου.
Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι,
επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς?
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
να μιλώ για σένα και για μένα.
IV
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς?
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς?
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς,
μαχαίρι!
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς?
Είμ' εγώ, μ' ακούς?
Σ' αγαπώ, μ'ακούς?
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς?
Που μ' αφήνεις, που πας και ποιος, μ' ακούς,
σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς?
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες,
θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς
να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι.
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς?
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς,
των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει.
Στα νερά ένα ένα, μ' ακούς,
τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς
κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς?
Όπου κάποτε οι φιγούρες
των Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς?
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς?
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς?
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς,
της αγάπης
μια για πάντα το κόψαμε
και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς?
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς?
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς
από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς,
να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς?
Μες στη μέση της θάλασσας
από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς
ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς?
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει –ακούς?;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει –ακούς?
Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς?
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς?
V
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
με σοφές παραμάνες και μ' αντάρτες απόμαχους
Από τι να 'ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου.
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να 'ρθω
που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο,
αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό
Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ' αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι
Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ' όλο το γύρο
του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά.
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού.
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου
βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό,
τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο,
μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
με τ' άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη.
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή.
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει,
τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο,
για σένα ούτε η γερόντισσα μ' όλα της τα βοτάνια.
Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
που διώχνω μέσα μου αλλ' αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο.
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.
VI
Έχω δει πολλά και η γη μέσ' απ' το νου μου φαίνεται ωραιότερη.
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα.
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά της θάλασσας.
Έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί
να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί.
Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί
και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ' εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ' ολοστρόγγυλο
βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς
τον Παράδεισο!
VII
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ
να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ,
να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.
για σένα, μόνος, στον Παράδεισο
Ι
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
II
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια,
Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά,
οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά.
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική
τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
που γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο.
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες.
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
τους καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ.
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά.
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.
III
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
να μπαίνω σαν Πανσέληνος
από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια.
Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε.
Ακουστά σ' έχουν τα κύματα,
πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε».
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο.
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά.
Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο.
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά.
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά.
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει.
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο,
τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά.
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική,
καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου.
Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι,
επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς?
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
να μιλώ για σένα και για μένα.
IV
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς?
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς?
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς,
μαχαίρι!
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς?
Είμ' εγώ, μ' ακούς?
Σ' αγαπώ, μ'ακούς?
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς?
Που μ' αφήνεις, που πας και ποιος, μ' ακούς,
σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς?
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες,
θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς
να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι.
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς?
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς,
των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει.
Στα νερά ένα ένα, μ' ακούς,
τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς
κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς?
Όπου κάποτε οι φιγούρες
των Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς?
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς?
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς?
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς,
της αγάπης
μια για πάντα το κόψαμε
και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς?
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς?
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς
από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς,
να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς?
Μες στη μέση της θάλασσας
από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς
ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς?
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει –ακούς?;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει –ακούς?
Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς?
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς?
V
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
με σοφές παραμάνες και μ' αντάρτες απόμαχους
Από τι να 'ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου.
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να 'ρθω
που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο,
αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό
Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ' αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι
Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ' όλο το γύρο
του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά.
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού.
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου
βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό,
τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο,
μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
με τ' άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη.
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή.
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει,
τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο,
για σένα ούτε η γερόντισσα μ' όλα της τα βοτάνια.
Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
που διώχνω μέσα μου αλλ' αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο.
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.
VI
Έχω δει πολλά και η γη μέσ' απ' το νου μου φαίνεται ωραιότερη.
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα.
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά της θάλασσας.
Έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί
να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί.
Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί
και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ' εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ' ολοστρόγγυλο
βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς
τον Παράδεισο!
VII
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ
να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ,
να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.
Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011
Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011
Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011
Αστεία επίθετα!
Τα παρακάτω επίθετα είναι πραγματικά και βρίσκονται σε τηλεφωνικούς καταλόγους. Απολαύστε!
Ακίνδυνος Αλβανός
Σεραφείμ Μπουφές
Σουλτάνα Κουτσουκλανιότογλου (ΑΜΑΝ!!!)
Αγλαΐα Βουνοτρυπίδου
Τίμιος Τέλειος
Κάρολος Φρίκης
Κάρολος Σκορδαλιάς
Βρασίδας Βρυκόλακας
Ιππουργός Ξυπόλυτος
Κροίση Πετρελαίου
Πέτσας Καλοψημένος
Αριστομένης Φάλαινας
Ολυμπία Φάρσαλα
Ολυμπία Τρίκαλα (Από την Ξάνθη πρέπει να είναι αυτή!)
Σεβαστή Φέτα
Πύργος Ηλίας (όχι πύργος Θεσσαλονίκης)
Κλεοπάτρα Κοκαλιάρογλου
Περσεφόνη Τρομπέτα
Λητώ Βρακάκη
Ευλογέτα Τσουτσούνη
Πόθος Καρπός (του Έρωτα και της Αγάπης)
Λέλα Τρέλα (μένει Κρεμάλας 1)
Ζήσης Γεράσης (και μετά Πεθάνης)
Φρίξος Σπάτουλας
Φρίξος Χατζησαλάτας
Αντωνία Χατζηρούφα
Αριστοτέλης Ξεσφυγγούλης
Ηλίας Σφίγγης
Αριστοκράτης Ξεσφίγγης
Κάρολος Κινέζος
Ελπιδοφόρος Προσπαθόπουλος
Φανούριος Μπινές
Ακριβή Γουρούνα
Ροδόλφος Παπιομύτογλου
Άννα Γούλα
Χαριτωμένη Ταράτσα
Αμανάτιος Βελόνας
Αριστοτέλης Βερίκοκος
Ειρηνονίκη Γαμβρού
Όμηρος Λουκάνικας
Σαριμπάλα Ζωγραφίνα
Παγώνα Σίγουρα
Αρσινόη Σουβλάκη
Ανθούλα Καπνιστή
Παρασκευή Μεσημέρη (Σάββατο Απόγευμα είμαι πιο ελεύθερος)
Κυριακή Μεσημέρη (Και Σάββατο πρωί μου κάνει)
Παρθένα Τσιμπούκα
Μάρτης Απρίλης
Ζαμπέτα Φέτα
Βούτα Κασσιανή
Παρθένα Γαμίδου
Ροδάμανθυς Φουκαράς
Διαλεχτή Κατσίκα
Αν αγαπάς κάποιον...
Αν αγαπάς κάποιοιον τον αφήνεις να ζήσει όπως θέλει...
Είτε μαζί σου είτε χώρια σου... Το μόνο που έχει σημασία είναι να είναι ευτυχισμένος... όπου κι αν είναι με όποιον κι αν είναι...
Μη δακρύσεις όταν κάποιος που αγαπάς φύγει με τη θέληση του... Να δακρύσεις όταν μένει μαζί σου και ξέρεις πως είναι δυστυχισμένος...
Άστον να φύγει.. Αν γυρίσει είναι δικός σου.. Αν όχι δεν ήταν ΠΟΤΕ....
Είτε μαζί σου είτε χώρια σου... Το μόνο που έχει σημασία είναι να είναι ευτυχισμένος... όπου κι αν είναι με όποιον κι αν είναι...
Μη δακρύσεις όταν κάποιος που αγαπάς φύγει με τη θέληση του... Να δακρύσεις όταν μένει μαζί σου και ξέρεις πως είναι δυστυχισμένος...
Άστον να φύγει.. Αν γυρίσει είναι δικός σου.. Αν όχι δεν ήταν ΠΟΤΕ....
By Teo Mpek Mpek
Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011
Αλφαβητάριο
Το αναγνωστικό που συνόδευε στα
θρανία της Α΄τάξης του Δημοτικού ζωντανεύει πλέον στις καρδιές κάθε νοσταλγικού και ονειροπόλου αναγνώστη, και μαζί του αναβιώνουν
όλοι εκείνοι οι θρυλικοί ήρωες που πυροδότησαν κάποτε τη φαντασία του: η Λόλα, ο Μίμης, η Έλλη, η Άννα και τα παιχνίδια τους, οι χάρτινοι
φίλοι που μας χάρισαν ανιδιοτελώς τα γράμματα και τις λέξεις, έρχονται και πάλι στη ζωή μας, σαν να μην έφυγαν ποτέ, σαν να περίμεναν
την ευκαιρία να μας φανερώσουν το μυστικό που έκρυβαν τότε που μας συντρόφευαν: ότι η αγάπη για τη γνώση, τους ανθρώπους και τη ζωή
δεν χάνεται ποτέ, αλλά ξαναγεννιέται πιο δυνατή κάθε φορά που ανασύρουμε από τη μνήμη μας την πρώτη στιγμή που την αισθανθήκαμε,
στις μαγικές σελίδες του πρώτου μας βιβλίου.
Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011
Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011
Είναι σημαντικό να έχεις μία γυναίκα
1. Είναι σημαντικό να έχεις μία γυναίκα που βοηθάει στο σπίτι.
2. Είναι σημαντικό να έχεις μία γυναίκα που ξέρει να μαγειρεύει.
3. Είναι σημαντικό να έχεις μία γυναίκα που καθαρίζει.
4. Είναι σημαντικό να έχεις μία γυναίκα που έχει επικερδή εργασία.
5. Είναι σημαντικό να έχεις μία γυναίκα που σε αγαπάει.
6. Είναι σημαντικό να έχεις μία γυναίκα που μπορείς να συζητήσεις μαζί της.
7. Είναι σημαντικό να έχεις μία γυναίκα που μπορεί να σε κάνει να γελάς.
8. Είναι σημαντικό να έχεις μία γυναίκα που μπορείς να εμπιστεύεσαι.
9. Είναι σημαντικό να έχεις μία γυναίκα που είναι καλή στο κρεβάτι.
10. Και το πιο σημαντικό απ όλα είναι αυτές οι 9 γυναίκες να μην γνωρίζονται μεταξύ τους!
Μισώ τα μάτια μου
Μισώ τα μάτια μου,
που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελό σου..
Θα σ’ ακούω σαν τον τυφλό που κλαίει,
ακούγοντας μακριά τη βουή μιας μεγάλης γιορτής
σ’ αναζητάω σαν τον τυφλό,
που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας
σ’ενα σπίτι που’ πιασε φωτιά,
α, για να γεννηθείς εσύ
κι εγώ για να σε συναντήσω
γι αυτό έγινε ο κόσμος…
Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011
Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011
Αν ένα παιδί ζει.....
"Αν ένα παιδί ζει μέσα στην κριτική: Μαθαίνει να κατακρίνει
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην έχθρα: Μαθαίνει να καυγαδίζει
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ειρωνεία: Μαθαίνει να είναι ντροπαλό
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ντροπή: Μαθαίνει να είναι ένοχο
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην κατανόηση: Μαθαίνει να είναι υπομονετικό
Αν ένα παιδί ζει μέσα στον έπαινο: Μαθαίνει να εκτιμά
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην δικαιοσύνη: Μαθαίνει να είναι δίκαιο
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ασφάλεια: Μαθαίνει να πιστεύει
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην επιδοκιμασία: Μαθαίνει να έχει αυτοεκτίμηση
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην παραδοχή και φιλία: Μαθαίνει να βρίσκει την αγάπη μέσα στον κόσμο."
Ο γέρος Άραβας
Ο γέρος Άραβας ζει στη Νέα Υόρκη για πάνω από 40 χρόνια.
Θέλει να φυτέψει πατάτες στον κήπο του, αλλά είναι μόνος κι αδύναμος.
Στέλνει λοιπόν ένα e-mail στο γιο του, που σπουδάζει στο Παρίσι:
Αγαπημένε μου γιε, είμαι πολύ λυπημένος επειδή δεν μπορώ να φυτέψω πατάτες
στον κήπο μας. Είμαι βέβαιος πως, εάν ήσουν εδώ, θα με βοηθούσες να σκάψουμε
τον κήπο.
Σε αγαπώ, ο πατέρας σου.
Σε μια ώρα, ο γέρος λαμβάνει e-mail απάντησης από το γιο του:
Αγαπημένε μου πατέρα, παρακαλώ μην αγγίζεις τον κήπο, γιατί ΕΚΕΙ έκρυψα το
ΠΡΑΜΑ.
Σ' αγαπώ κι εγώ,
Ahmed.
Σε 15 λεπτά, ο αμερικανικός στρατός, το ναυτικό, το FBI , η CIA και οι Rangers περικυκλώνουν το σπίτι του γέρου, σκάβουν ολόκληρο τον κήπο, ερευνούν το σπίτι, γδύνουν τον γέρο, ΔΕΝ βρίσκουν απολύτως τίποτε και φεύγουν απογοητευμένοι. Μισή ώρα αργότερα, ο γέρος λαμβάνει ένα άλλο email από το γιο του:
Αγαπημένε μου πατέρα, είμαι βέβαιος ότι ο κήπος είναι ήδη σκαμμένος και μπορείς να φυτέψεις τις πατάτες. Έκανα ό,τι μπορούσα για να σε βοηθήσω από το Παρίσι.
Σ' αγαπώ,
Ahmed.
Θέλει να φυτέψει πατάτες στον κήπο του, αλλά είναι μόνος κι αδύναμος.
Στέλνει λοιπόν ένα e-mail στο γιο του, που σπουδάζει στο Παρίσι:
Αγαπημένε μου γιε, είμαι πολύ λυπημένος επειδή δεν μπορώ να φυτέψω πατάτες
στον κήπο μας. Είμαι βέβαιος πως, εάν ήσουν εδώ, θα με βοηθούσες να σκάψουμε
τον κήπο.
Σε αγαπώ, ο πατέρας σου.
Σε μια ώρα, ο γέρος λαμβάνει e-mail απάντησης από το γιο του:
Αγαπημένε μου πατέρα, παρακαλώ μην αγγίζεις τον κήπο, γιατί ΕΚΕΙ έκρυψα το
ΠΡΑΜΑ.
Σ' αγαπώ κι εγώ,
Ahmed.
Σε 15 λεπτά, ο αμερικανικός στρατός, το ναυτικό, το FBI , η CIA και οι Rangers περικυκλώνουν το σπίτι του γέρου, σκάβουν ολόκληρο τον κήπο, ερευνούν το σπίτι, γδύνουν τον γέρο, ΔΕΝ βρίσκουν απολύτως τίποτε και φεύγουν απογοητευμένοι. Μισή ώρα αργότερα, ο γέρος λαμβάνει ένα άλλο email από το γιο του:
Αγαπημένε μου πατέρα, είμαι βέβαιος ότι ο κήπος είναι ήδη σκαμμένος και μπορείς να φυτέψεις τις πατάτες. Έκανα ό,τι μπορούσα για να σε βοηθήσω από το Παρίσι.
Σ' αγαπώ,
Ahmed.
Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011
Τα παιδιά.... Πές μου μαμά...
Τα κανονικά παιδιά
γεννιούνται κανονικά,
μεγαλώνουν κανονικά,
ονειρεύονται κανονικά,
ερωτεύονται κανονικά
και πεθαίνουν κανονικά
Πες μου μαμά...
Πες μου τι γίνεται μ' εκείνα τα παιδιά
που αν και γεννιούνται κανονικά,
δε μεγαλώνουν κανονικά
δεν ονειρεύονται κανονικά,
ούτ' ερωτεύονται κανονικά
Πες μου μαμά...
Πες μου αν πεθαίνουν
Πες μου αν πεθαίνουν κανονικά
Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011
Καββαδίας
Η ζωή του ποιητή
Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στο Νικόλσκι Ουσουρίσκι, μια μικρή επαρχιακή πόλη του Χαρμπίν της Μαντζουρίας το 1910, γιος του μεγαλέμπορου Χαρίλαου Καββαδία και της Δωροθέας το γένος Αγγελάτου που κατάγονταν από την Κεφαλονιά. Είχε μια μεγαλύτερη αδερφή και δυο μικρότερους αδερφούς. Το 1914 μετά το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου η οικογένεια Καββαδία επισκέφτηκε την Ελλάδα και κατέληξε στο Αργοστόλι ως το 1921, οπότε εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Είχε προηγηθεί η επιστροφή του πατέρα (ως το 1921) στη Ρωσία και η εκεί οικονομική καταστροφή του. Στον Πειραιά ο Νίκος τέλειωσε τη γαλλική σχολή του Saint Paul και το Γυμνάσιο. Παράλληλα δημοσίευσε τους πρώτους στίχους του στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας. Γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή της Αθήνας, μετά το θάνατο του πατέρα του όμως αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του και να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο, συνεχίζοντας τη συνεργασία του με φιλολογικά περιοδικά. Το 1929 μπάρκαρε στο φορτηγό πλοίο Αγιος Νικόλαος και από το 1930 ξεκίνησε η περίοδος των διαρκών ταξιδιών του ως το 1936. Το 1932 δημοσίευσε σε συνέχειες την Απίστευτη ιστορία του Λοστρόμου Νακαχαμόκο στην εφημερίδα Πειραϊκόν Βήμα. Το 1933 εξέδωσε την ποιητική συλλογή Μαραμπού, που έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από την κριτική. Ακολούθησαν το Πούσι (1947) και η Βάρδια (μυθιστόρημα-1954), ενώ μετά το θάνατο του εκδόθηκε και η συλλογή Τραβέρσο (1975). Το 1934 η οικογένεια του μετακόμισε στην Αθήνα. Το 1938 κατατάχθηκε στο στρατό και υπηρέτησε στην Ξάνθη. Το 1939 πήρε δίπλωμα ραδιοτηλεγραφητή. Το 1940 υπηρέτησε στην Αλβανία και πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση ως μέλος του Κ.Κ.Ε. Από το 1945 ναυτολογήθηκε ως ραδιοτηλεγραφητής. Το 1953 πήρε το δίπλωμα του Ασυρματιστή Α'. Το 1965 πέθανε η μητέρα του. Το 1968 επισκέφτηκε την Κεφαλονιά μετά από τριάντα πέντε χρόνια απουσίας. Εκεί έγραψε το πεζό Λι. Πέθανε στην Αθήνα από εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο Νίκος Καββαδίας ανήκει σχηματικά στη γενιά του τριάντα, στο χώρο της οποίας όμως κατέχει μια ιδιότυπη θέση. Ο ποιητικός του λόγος εξέφρασε την ανάγκη απόδρασης από τη σύγχρονη του ποιητή ελληνική πραγματικότητα κυρίως μέσα από τα στοιχεία του κοσμοπολιτισμού και του εξωτισμού. Η γραφή του υπήρξε κυρίως βιωματική και ακολούθησε μια εξελικτική πορεία προς την αφαίρεση και τα όρια του υπερρεαλισμού, πάντα όμως μέσα στα πλαίσια της παραδοσιακής στιχουργικής φόρμας και ρυθμικής τεχνικής.
Πηγή: http://www.ekebi.gr/
Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στο Νικόλσκι Ουσουρίσκι, μια μικρή επαρχιακή πόλη του Χαρμπίν της Μαντζουρίας το 1910, γιος του μεγαλέμπορου Χαρίλαου Καββαδία και της Δωροθέας το γένος Αγγελάτου που κατάγονταν από την Κεφαλονιά. Είχε μια μεγαλύτερη αδερφή και δυο μικρότερους αδερφούς. Το 1914 μετά το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου η οικογένεια Καββαδία επισκέφτηκε την Ελλάδα και κατέληξε στο Αργοστόλι ως το 1921, οπότε εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Είχε προηγηθεί η επιστροφή του πατέρα (ως το 1921) στη Ρωσία και η εκεί οικονομική καταστροφή του. Στον Πειραιά ο Νίκος τέλειωσε τη γαλλική σχολή του Saint Paul και το Γυμνάσιο. Παράλληλα δημοσίευσε τους πρώτους στίχους του στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας. Γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή της Αθήνας, μετά το θάνατο του πατέρα του όμως αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του και να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο, συνεχίζοντας τη συνεργασία του με φιλολογικά περιοδικά. Το 1929 μπάρκαρε στο φορτηγό πλοίο Αγιος Νικόλαος και από το 1930 ξεκίνησε η περίοδος των διαρκών ταξιδιών του ως το 1936. Το 1932 δημοσίευσε σε συνέχειες την Απίστευτη ιστορία του Λοστρόμου Νακαχαμόκο στην εφημερίδα Πειραϊκόν Βήμα. Το 1933 εξέδωσε την ποιητική συλλογή Μαραμπού, που έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από την κριτική. Ακολούθησαν το Πούσι (1947) και η Βάρδια (μυθιστόρημα-1954), ενώ μετά το θάνατο του εκδόθηκε και η συλλογή Τραβέρσο (1975). Το 1934 η οικογένεια του μετακόμισε στην Αθήνα. Το 1938 κατατάχθηκε στο στρατό και υπηρέτησε στην Ξάνθη. Το 1939 πήρε δίπλωμα ραδιοτηλεγραφητή. Το 1940 υπηρέτησε στην Αλβανία και πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση ως μέλος του Κ.Κ.Ε. Από το 1945 ναυτολογήθηκε ως ραδιοτηλεγραφητής. Το 1953 πήρε το δίπλωμα του Ασυρματιστή Α'. Το 1965 πέθανε η μητέρα του. Το 1968 επισκέφτηκε την Κεφαλονιά μετά από τριάντα πέντε χρόνια απουσίας. Εκεί έγραψε το πεζό Λι. Πέθανε στην Αθήνα από εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο Νίκος Καββαδίας ανήκει σχηματικά στη γενιά του τριάντα, στο χώρο της οποίας όμως κατέχει μια ιδιότυπη θέση. Ο ποιητικός του λόγος εξέφρασε την ανάγκη απόδρασης από τη σύγχρονη του ποιητή ελληνική πραγματικότητα κυρίως μέσα από τα στοιχεία του κοσμοπολιτισμού και του εξωτισμού. Η γραφή του υπήρξε κυρίως βιωματική και ακολούθησε μια εξελικτική πορεία προς την αφαίρεση και τα όρια του υπερρεαλισμού, πάντα όμως μέσα στα πλαίσια της παραδοσιακής στιχουργικής φόρμας και ρυθμικής τεχνικής.
Πηγή: http://www.ekebi.gr/
Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ' ένα καλάμι.
Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ' ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει.
Απ' το ποδόσταμο πηδάνε ως τη γαλέτα.
-Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατήρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγα γιός θε να την πιεί σ' ένα ποτήρι.
Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
κατάφερε το σταυρωτό του νότου αστέρι
σωρός να πέσει να σκορπίσει στα σπιράγια,
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.
Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρούθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;
Μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ' ένα καλάμι.
Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ' ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει.
Απ' το ποδόσταμο πηδάνε ως τη γαλέτα.
-Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατήρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγα γιός θε να την πιεί σ' ένα ποτήρι.
Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
κατάφερε το σταυρωτό του νότου αστέρι
σωρός να πέσει να σκορπίσει στα σπιράγια,
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.
Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρούθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;
Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
- Μ' ένα ξυστρι καθάρισέ με απ' τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
- Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.
Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι...
Ο πιο στερνός μ΄έναν αυλό με νανουρίζει.
Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
- Μ' ένα ξυστρι καθάρισέ με απ' τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
- Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.
- Μ' ένα ξυστρι καθάρισέ με απ' τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
- Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.
Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι...
Ο πιο στερνός μ΄έναν αυλό με νανουρίζει.
Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
- Μ' ένα ξυστρι καθάρισέ με απ' τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
- Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Πρώτη εκτέλεση: Χαρούλα Αλεξίου
Άλλες ερμηνείες:
Θάνος Μικρούτσικος
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Πρώτη εκτέλεση: Χαρούλα Αλεξίου
Άλλες ερμηνείες:
Θάνος Μικρούτσικος
Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011
Ο Παρθενώνας
Σήμερα θα μιλήσουμε για τον ωραιότερο ναό της Ακρόπολης τον Παρθενώνα , αυτό το θαύμα της αρχιτεκτονικής και της ομορφιάς που καθώς περνούν τα χρόνια αποκτά όλο και περισσότερη αξία.
Χιλιάδες άνθρωποι, μέσα σ' έναν πρωτοφανή πυρετό, εργάστηκαν για πολλά χρόνια για να γίνουν οι ασύγκριτοι σε πλούτο και ομορφιά ναοί της Ακρόπολης και τα αριστοτεχνικά αγάλματα. Τα καράβια ξεφόρτωναν συνέχεια στον Πειραιά πολύτιμη ξυλεία της Θράκης και του Λιβάνου. Από την Αίγυπτο έφτασαν πολλά φορτία με ελεφαντόδοντο. Η Θράκη και η Λιβύη προμήθευσε το χρυσάφι που χρειαζόταν για τα αγάλματα. Και η κοντινή Πεντέλη πρόσφερε το ολοκάθαρο και πολύτιμο μάρμαρο της.
Ο Ικτίνος έκανε τα σχέδια της Ακρόπολης και ο Καλλικράτης. σπουδαίος αρχιτέκτονας, είχε την επίβλεψη των έργων. Τα αγάλματα τα ανάλαβε ο μοναδικός Φειδίας, ο πιο ονομαστός γλύπτης της Αθήνας, που όμοιος του δεν παρουσιάστηκε ποτέ και πουθενά ως την εποχή μας. Βοηθούς του ο Φειδίας είχε τον αδελφό του τον Πάναινο, που ήταν άξιος και στη ζωγραφική, καθώς και τον Κολώτη, που ήταν ειδικός στο να δουλεύει το χρυσάφι και το ελεφαντόδοντο.
Πρώτος απ' όλους τους ναούς άρχισε να χτίζεται ο Παρθενώνας, πάνω στα θεμέλια του προηγούμενου ναού που είχε χτίσει ο Πεισίστρατος και τον είχαν καταστρέψει οι Πέρσες. Ονομάστηκε Μέγας Ναός και όχι Παρθενώνας. Το όνομα αυτό το πήρε αργότερα από ένα θάλαμο του ναού, που ονομαζόταν Παρθενών, επειδή εκεί συγκεντρώνονταν οι παρθένες που υπηρετούσαν τη θεά Αθηνά. Το υλικό για την κατασκευή του ήταν πεντελικό μάρμαρο, εκτός από το υπερυψωμένο δάπεδο, όπου χρησιμοποιήθηκε πωρόλιθος. Εννέα χρόνια χρειάστηκαν για την ανέγερση του ναού. Τα επίσημα εγκαίνια του έγιναν στα μεγάλα Παναθήναια του 439. Ωστόσο, το στόλισμα του ναού με τα αγάλματα του Φειδία, στη ζωφόρο και στις μετόπες, συνεχιζόταν και τελείωσε το 432. Δηλαδή για να τελειώσει ολότελα ο ναός, χρειάστηκαν δεκαπέντε χρόνια.
Ήταν ναός περίπτερος , με δύο σειρές κολώνες , μήκους 70 μέτρων και πλάτους 31, Δωρικού ρυθμού ,με αρκετά στοιχεία Ιωνικού. Αυτή η σύνθεση των δύο αρχιτεκτονικών στοιχείων, έκανε το πελώριο οικοδόμημα πιο ανάλαφρο.
Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς από αυτό το αρχιτεκτονικό αριστούργημα που ονομάζεται Παρθενώνας! Όλα μελετήθηκαν και στην παραμικρότερη λεπτομέρεια τους. Επειδή το μάτι του ανθρώπου ξεγελιέται και τις μεγάλες ευθείες τις βλέπει στη μέση τους να καμπυλώνουν, οι σπουδαίοι Αθηναίοι αρχιτέκτονες χρησιμοποίησαν ελαφρές καμπύλες, ώστε στο μάτι να φαίνονται ευθείες. Οι κολώνες έγερναν ελαφρά προς τα μέσα για να οδηγούν το βλέμμα ψηλά. Αυτό το μεγάλο κτίριο το χαρακτήριζε η απλότητα, η σοβαρότητα, η επιβλητικότητα, αλλά και η χάρη. Ναι, οι εκατοντάδες τόνοι από μάρμαρο, θα 'λεγε κανείς ότι δεν του έδωσαν την αίσθηση του όγκου και του βάρους. Ταίριαζε απόλυτα στο γυμνό βράχο της Ακρόπολης, αλλά και σε όλο το περιβάλλον της Αθήνας με το ζωηρό της φως.
Το εσωτερικό του χωριζόταν στον πρόναο το σηκό και τον οπισθόδομο. Στη ζωφόρο, που είχε συνολικό μήκος 140 μέτρων και ύψος 1 μέτρου, ο Φειδίας λάξευσε τα αριστουργηματικά του γλυπτά με θέμα την προετοιμασία της πομπής των Παναθηναίων. Πόση απλότητα, πόση λιτότητα, αλλά και πόση ζωντάνια και αλήθεια δεν υπάρχουν σ' αυτά τα ανεπανάληπτα γλυπτά!
Στη μετόπη αναπαράστησε σκηνές από τη γιγαντομαχία. Στο ανατολικό αέτωμα διάλεξε σαν θέμα τη γέννηση της Αθηνάς από το κεφάλι του Δία και στο δυτικό τη σκηνή της φιλονικίας της Αθηνάς με τον Ποσειδώνα, πάνω στην Ακρόπολη.
Στο σηκό ο Φειδίας έστησε το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς, ένα πραγματικό αριστούργημα ομορφιάς, τέχνης, χάρης και επιβλητικότητας. Μας το περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια ο Παυσανίας, που το είδε στη θέση του όταν επισκέφτηκε την Αθήνα, έτσι όπως μας έκανε και την περιγραφή του αγάλματος του Δία, στην Ολυμπία, έργο και αυτό του Φειδία. Το ύψος του αγάλματος μαζί με το βάθρο έφτανε τα 15 μέτρα. Ήταν μια Αθηνά που στεκόταν όρθια , επιβλητική και ολοζώντανη. Φορούσε έναν Αττικό χιτώνα και τα χέρια της ήταν γυμνά, φτιαγμένα από ελεφαντόδοντο. Στο δεξί της χέρι κρατούσε τη φτερωτή νίκη, που είχε ύψος 1,80εκ. Και ήταν χρυσελεφάντινη. Στο αριστερό χέρι κρατούσε ακουμπισμένα στο δάπεδο, το δόρυ και την ασπίδα. Ανάμεσα σ' αυτά τα δύο υπήρχε ένα φίδι που παρίστανε τον Εριχθόνιο. Στο εσωτερικό μέρος της ασπίδας, ο μοναδικός ζωγράφος Πολύγνωτος είχε ζωγραφίσει σκηνή από τη 1η γιγαντομαχία και στο εξωτερικό υπήρχε σκηνή από τον πόλεμο του Θησέα με τις Αμαζόνες. Σ' έναν από τους πολεμιστές ο Φειδίας είχε δώσει τη μορφή του Περικλή και σε έναν άλλο, σε ένα γέρο που σήκωνε μια πέτρα, τη δική του μορφή.
Το χρυσάφι του αγάλματος ζύγιζε κάπου έναν τόνο! Οι Αθηναίοι κατηγόρησαν αργότερα το Φειδία πως είχε κλέψει αρκετό από το χρυσάφι που προοριζόταν για το άγαλμα και τον έφεραν σε δίκη. Μα εκείνος, που ήξερε πολύ καλά τον ανθρώπινο φθόνο, είχε λάβει τα μέτρα του. Είχε ζυγίσει το χρυσάφι που του παράδωσαν, το οποίο ήταν ακριβώς 44 τάλαντα. Το χρυσάφι στο άγαλμα το είχε τοποθετήσει με τέτοιον τρόπο, ώστε να ξεκολλάει εύκολα και να μπαίνει ξανά στη θέση του. Στη δίκη ζήτησε να βγάλουν το χρυσάφι και να το ζυγίσουν, πράγμα που έγινε. Και το βάρος του ήταν ακριβώς το ίδιο, 44 τάλαντα!
Φυσικά ο Φειδίας αθωώθηκε. Αλλά, βρήκε καινούργιους μπελάδες. Τον κατηγόρησαν για ιεροσυλία, επειδή έδωσε στους δυο πολεμιστές της ασπίδας της Αθηνάς, τη μορφή του και τη μορφή του Περικλή, θα τον καταδίκαζαν οπωσδήποτε σε θάνατο, αλλά κατάφερε να δραπετεύσει και έφυγε για την Ολυμπία, όπου μαζί με τους δυο αχώριστους βοηθούς του έφτιαξε ένα καινούργιο αριστούργημα, το γιγάντιο χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία.
Ξαναγυρίζουμε στον Παρθενώνα. Το θαύμα αυτό της αρχιτεκτονικής, έμεινε για πολλούς αιώνες άθικτο. Οι Ρωμαίοι τον σεβάστηκαν και οι Χριστιανοί το 500 μ.Χ. τον μετέτρεψαν σε χριστιανική εκκλησία, κάνοντας ελάχιστες αλλαγές στο εσωτερικό του. Φυσικά, αυτή την εποχή το πολύτιμο άγαλμα της Αθηνάς δεν υπήρχε. Ποιος ξέρει ποιοι το κατάστρεψαν για να πάρουν το χρυσάφι του. Η απληστία των ανθρώπων και η άγνοια, κατάστρεψαν ίσως το πιο αριστουργηματικό δημιούργημα των αιώνων.
Το 1456 οι Τούρκοι με τη σειρά τους έκαναν τον Παρθενώνα τζαμί, χτίζοντας ένα μιναρέ στη ΝΔ γωνία του. Το κτίριο όμως δεν το πείραξαν. Το 1655 υπήρχαν σχεδόν όλα τα γλυπτά. Η καταστροφή έγινε το 1687, στις 26 του Σεπτέμβρη. Οι Βενετσιάνοι, με αρχηγό τον Μοροζίνη είχαν πολιορκήσει την Αθήνα. Ένας Γερμανός πυροβολητής έστειλε μια οβίδα στην Ακρόπολη, που χτύπησε τον Παρθενώνα. Τον Παρθενώνα που οι Τούρκοι είχαν αποθηκεύσει στο εσωτερικό του μπαρούτι. Η φοβερή έκρηξη που ακολούθησε, σμπαράλιασε κυριολεκτικά το ομορφότερο κτίριο του κόσμου.
Αρκετά χρόνια αργότερα, ο Άγγλος πρεσβευτής στην Πόλη, Έλγιν, πήρε άδεια από τις Τουρκικές αρχές ν' αφαιρέσει όσα γλυπτά ήθελε από τον πληγωμένο ναό της Αθηνάς και να τα μεταφέρει στο Λονδίνο. Οι εργάτες που τα ξεκολλούσαν έσπασαν αρκετά από τα αριστουργήματα του Φειδία. Τα υπόλοιπα τα φόρτωσε ο ιερόσυλος Άγγλος στο καράβι και τα πήγε στη χώρα του. Ονομάστηκαν Ελγίνεια μάρμαρα και βρίσκονται στο Βρετανικό μουσείο.
Σήμερα στον Παρθενώνα γίνονται πολλές εργασίες από εξειδικευμένους επιστήμονες για να ξαναγίνει ο ναός όπως ήταν παλιά όσο αυτό είναι δυνατό. Επίσης κάτω από την Ακρόπολη ετοιμάζεται το νέο μουσείο Ακροπόλεως. Ας ελπίσουμε ότι τα Ελγίνεια μάρμαρα θα ξαναγυρίσουν στον τόπο μας και θα τα θαυμάζουμε από κοντά σε κάποια από τις αίθουσες του νέου μουσείου.
ΠΗΓΗ:http://dim-galat.pel.sch.gr/projects/akropolis/akr_03parthenonas.htm
Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011
20 ονομασίες γραφείων τελετών!
20 ονομασίες γραφείων τελετών!
1.Η ΩΡΑΙΑ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ
2.ΤΟ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟ ΚΡΑΝΙΟ
3.ΤΟ ΣΤΕΚΙ ΤΩΝ ΖΟΜΠΙ
4.GAME OVER
5.ΣΒΕΛΤΟ ΦΤΥΑΡΙ
6.ALU DEATH PARK, ΣΑΣ ΠΑΕΙ ΑΛΛΟΥ..
7.ΓΥΑΛΙΣΤΕΡΗ ΤΑΦΟΠΛΑΚΑ
8.ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΟΔΙ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ
9.ΥΠΝΟΘΕΡΑΠΕΙΑ
10.ΑΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ
11.TAKE IT EASY, ΣΕ ΕΘΑΒΑΝ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΖΟΥΣΕΣ
12.ΣΒΗΝΕΙ ΤΟ ΚΑΝΤΙΛΙ ΣΟΥ
13.Ο ΜΠΑΜΠΟΥΛΑΣ
14.HAPPY DEATHDAY
15.Η ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗ
16.ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΣΤΟ ΚΥΠΑΡΡΥΣΙ
17.Ο ΑΧΡΕΙΑΣΤΟΣ
18.ΒΟΥΛΙΑΞΑΝ ΤΑ ΚΑΡΑΒΙΑ ΣΟΥ ( ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΕΛΕΤΩΝ ΣΕ ΘΥΜΑΤΑ ΠΝΙΓΜΟΥ )
19.ΓΙΑΤΙ ΜΕΧΡΙ ΑΥΡΙΟ ΠΟΙΟΣ ΖΕΙ ΠΟΙΟΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ…
20.ΠΑΠΑΛΑ...
Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011
Να ονειρεύεσαι....
"Να ονειρεύεσαι…"
μου ‘λεγε ένας φίλος που μ’ αγαπούσε και με ήξερε καλά.
Τα όνειρα, συνήθως προδίδουν.
Παραπλανούν.
Καμιά φορά και σκοτώνουν.
Σε κάνουν να ελπίζεις.
Να αγωνιάς, να καρδιοχτυπάς.
Να τρέμει το είναι σου, η ψυχή σου!
Όμως, δεν γίνεται να ζεις χωρίς να ονειρεύεσαι…
Δεν έχει νόημα.
Δεν έχει ουσία.
Δεν έχει σημασία.
Να ονειρεύεσαι!
Κοίτα μόνο να ‘χεις σταμπάρει καλά την έξοδο κινδύνου
από τα όνειρά σου.
Τότε σώζεσαι… λυτρώνεσαι!
Και ποια είναι η έξοδος κινδύνου;
Τίποτα δεν είναι στη ζωή, το παν!
Έχει και παρακάτω…
Έχει κι άλλο…
Ένας κύκλος που ποτέ δεν τελειώνει.
Προχώρα, λοιπόν, ξεκόλλα!
Αυτή είναι η έξοδος κινδύνου!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





















